- ἄντλου
- ἄντλουἄντλοςhold of a ship: masc gen sg
Morphologia Graeca. 2013.
Morphologia Graeca. 2013.
ἄντλου — ἄντλος hold of a ship masc gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ευδίαιος — ο (Α εὐδίαιος και εὐδιαῑος) νεοελλ. πληθ. οι ευδίαιοι α) οι κυκλικές ή ελλειψοειδείς οπές για την εκροή τών υδάτων από το κατάστρωμα πλοίου στη θάλασσα, τα μπούνια β) οι σωλήνες αποχετεύσεως που προεκτείνουν αυτές τις οπές αρχ. 1. διαμπερής οπή… … Dictionary of Greek